Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Πιπερόριζα ή τζίντζερ.

Τζίνζερ συνηθίσαμε να την αποκαλούμε την μεγάλης θρεπτικής αξίας και ιδιαίτερης γεύσης ρίζα  τελευταία στην Ελλάδα, μα είναι γνωστή στους παλαιότερους και ως πιπερόριζα.

 
Η πιπερόριζα ή τζίντζερ (παλαιότερη ελληνική ονομασία ζιγγίβερη ή ζιγγίβερις < αρχ. ελ. ζιγγίβεριςαρχ. ινδ. γλώσσα Πάλι सिंगिवेर, σανσκριτικά शृंगवेरαγγλ. ginger, γαλλ. gingembre, γερμ. Ingwer, ιταλ. zenzero) είναι η ρίζα του φυτού Zingiber officinale (Ζιγγίβερις η φαρμακευτική η οποία χρησιμοποιείται στην ιατρική αλλά και ως μπαχαρικό στο φαγητό ή ως εξωτική λιχουδιά.
Το είδος αυτό δίνει το όνομα στην ομάδα φυτών Zingiberaceae, της οποίας άλλα γνωστά μέλη είναι το κάρδαμο, ο κουρκουμάς, η γκαλάνγκα κλπ.
Η καλλιέργεια της πιπερόριζας ξεκίνησε αρχικά στη Νότια Ασία, αλλά είναι διαδεδομένη και στην Ανατολική Αφρική και επίσης στην Καραϊβική.
Χρησιμοποιείται στη μαγειρική, την ιατρική και στην αρωματοποιία, ενώ παράλληλα χρησιμοποείται και για λατρευτικούς σκοπούς.

Ετυμολογία

Η προέλευση της λέξης τζίντζερ είναι αντιδάνειο από το αγγλικό όνομα του μπαχαρικού, προερχόμενο αρχικά από την Ταμίλ γλώσσα: ίντζι βερ (இஞ்சி வேர்). Ο βοτανικός όρος για τη ρίζα στην Ταμίλ γλώσσα είναι βερ (வேர்) έτσι ονομάζεται ρίζα «ίνζι» ή «ίνζι βερ».
Η ελληνική ζιγγίβερις συναντάται ως ginginer στη μεσαιωνική λατινική και εν συνεχεία στην παλιά αγγλική gingifere, την οποία ύστερα η γαλλική ονομάζει gingembre και καταλήγει στα αγγλικά ginger.
Η πιπερόριζα είναι πολυετές φαρμακευτικό φυτό το οποίο έχει κονδυλώδες ρίζωμα με χαρακτηριστική καφέ φλούδα στο εξωτερικό του, ενώ εσωτερικά έχει ανοιχτό κίτρινο χρώμα και αναδύει χαρακτηριστικό πικάντικο και λεμονοειδές άρωμα.
Πολλαπλασιάζεται με ριζώματα από μητρικές φυτείες με μήκος 3-5 εκατοστά, βάρος 15-20 γραμμάρια και τουλάχιστον έναν βλαστοφόρο οφθαλμό και κάθε χρόνο μπορεί να φτάσει σε ύψος ως 1 μέτρο και 20 εκατοστά από οφθαλμούς στα ριζώματα του φυτού.
Οι βλαστοί της πιπερόριζας είναι συμπαγείς, κυλινδρικοί, όρθιοι και περικλείονται από μεμβρανώδη κολεό.
Στις χώρες καταγωγής του φυτού εγκατάσταση γίνεται σε ξύλινα τελάρα ή κατά προτίμηση (ανάλογα και με τη δομή του εδάφους) σε σαμάρια από το Μάρτιο ως τον Απρίλιο, ενώ σε άλλα μέρη από τον Σεπτέμβριο ως Οκτώβριο, καθώς αρχικά απαιτείται αρκετό νερό για να αναπτυχθεί.
 
Τα φύλλα που προκύπτουν είναι μυτερά, λεία και μακριά, με μήκος περίπου 1,5 με 2,5 εκατοστά και πλάτος 8 με 15 εκατοστά, ενώ ο μίσχος τους αναπτύσσεται αντιδιαμετρικά, κατ' εναλλαγή των πλευρών.
Τα άνθη αναπτύσσονται εσωτερικά σε κωνοειδείς ταξιανθίες οι οποίες αποτελούνται από σειρές πράσινων βράκτιων φύλλων.
Εσωτερικά κάθε βράκτιου προκύπτουν λουλούδια με ποικιλία χρωμάτων όπως άσπρα, κίτρινα και πορτοκαλί.
Οι καρποί του φυτού είναι κάψες που αλλάζουν χρώμα καθώς ωριμάζουν, από πράσινο σε καφέ με πορτοκαλί εσωτερικό.
Από το 1585, η πιπερόριζα της Τζαμάικα ήταν το πρώτο ανατολίτικο μπαχαρικό το οποίο καλλιεργήθηκε στο Νέο Κόσμο (στην Αμερική και Ωκεανία) και στη συνέχεια έγινε εισαγωγή στην Ευρώπη.
Αυτήν τη στιγμή η Ινδία έχει την πρωτιά στην παραγωγή (περίπου 30%-50% της παγκόσμιας παραγωγής γίνεται στην Ινδία), αντικαθιστώντας την Κίνα, η οποία βρίσκεται στη δεύτερη θέση παραγωγής (~20.5%). Ακολουθεί η Ινδονησία (~12.7%), το Νεπάλ (~11.5%) και η Ταϊλάνδη (~10%). Καλύτερη θεωρείται η ποιότητα της Τζαμάικα.[1]

Πιπερόριζα
διατροφικά στοιχεία
φρέσκια
(ανά 100 γραμμάρια)
θεωρητική ενεργειακή απόδοση
80 kcal
78,89 g.
Μακροθρεπτικά Συστατικά
λίπη
0,75 g.
17,77 g.
1,82 g.
Ιχνοστοιχεία
16 mg.
σίδηρος
0,60 mg.
43 mg.
κάλιο
415 mg.
13 mg.
ψευδάργυρος
0,34 mg.
χαλκός
~ mg.
~ mg.
φωσφόρος
~ mg.
Λιποδιαλυτές
0 I.U.
βιταμίνη D
0 I.U.
0,26 mg.
βιταμίνη K
0,1 mg.
Υδατοδιαλυτές
0,025 mg.
βιταμίνη Β2 (ριβοφλαβίνη)
0,034 mg.
βιταμίνη Β3 (νιασίνη)
0,750 mg.
βιταμίνη Β5 (παντοθενικό οξύ)
~ mg.
0,160 mg.
βιταμίνη Β7 (βιοτίνη)
~ mg.
βιταμίνη Β9 (φολικό οξύ)
~ mg.
βιταμίνη Β12 (κυανοκοβαλαμίνη)
0 mg.
5 mg.
Άλλα
καφεΐνη
0 mg.
θεοβρωμίνη
~ mg.
τέφρα
~ g.
*με το σύμβολο ~ δηλώνεται έλλειψη στοιχείων στην εγκυκλοπαίδεια
πηγή άντλησης πληροφοριών: Ginger root, raw στην «National Nutrient Database for Standard Reference», Release 24, USDA

 

Σε χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας η φρέσκια πιπερόριζα είναι ένα από τα κύρια συστατικά στην προετοιμασία φαγητών με λαχανικά και φακές.
Η πιπερόριζα αποξηραμένη και αλεσμένη, σε μορφή σκόνης, χρησιμοποιείται επίσης σε τοπικά φαγητά.
Φρέσκια και αποξηραμένη πιπερόριζα χρησιμοποιείται ως μπαχαρικό σε καφέ ή τσάι, ιδιαίτερα το χειμώνα.
 
 
Στην Ινδία είναι ένα από τα βασικά συστατικά σε μίγματα μπαχαρικών, όπως το κάρυ και το γκαράμ μασάλα.
Στο Μπαγκλαντές η φρέσκια πιπερόριζα σε κομμάτια χρησιμοποιείται ως βάση σε φαγητά με κρέας, όπως κοτόπουλο, μαζί με κρεμμυδάκια και σκόρδο.
Στη Βιρμανία η πιπερόριζα αποκαλείται «γχιν» και επίσης χρησιμοποιείται στην τοπική κουζίνα αλλά και σε παρασκευή παραδοσιακών φαρμάκων.
Στη Βιρμανία υπάρχει και πιάτο με σαλάτα το οποίο αποκαλείται «γχιν-θοτ» και αποτελείται από τριμμένη πιπερόριζα διατηρημένη σε λάδι με μια ποικιλία από ξηρούς καρπούς και σπόρους.
Στην Ινδονησία η πιπερόριζα χρησιμοποιείται ευρέως στην τοπική κουζίνα και ένα ποτό το οποίο ονομάζεται «γεντάνγκ ζαχέ» παρασκευάζεται από πιπερόριζα και ζάχαρη από φοίνικα.
Στην Μαλαισία η πιπερόριζα ονομάζεται «χαλιά» και χρησιμοποιείται στην τοπική κουζίνα και ειδικά στις σούπες.
Στις Φιλιππίνες παρασκευάζεται ένα τσάι που ονομάζεται «σαλαμπάτ». Στο Βιετνάμ φρέσκα κομμάτια πιπερόριζας χρησιμοποιούνται ως γαρνιτούρα στο τοπικό φαγητό με γαρίδες «κανχ κχοάι μο».
Στην Κίνα κομμένη πιπερόριζα σε φέτες ή ολόκληρη χρησιμοποιείται σε μεζέδες με ψάρια και κρέας, ενώ χρησιμοποιείται και στην παρασκευή τσαγιού με βότανα.
Οι κινέζικες μπομπονιέρες γίνονται με ζαχαρωμένη πιπερόριζα.
Στην Ιαπωνία η πιπερόριζα συμπληρώνει φαγητά από τόφου και νουντλς, αλλά στο «τσουκεμόνο» (ιαπωνικό τουρσί) το ιαπωνικό «γκάρι» (ιαπωνικά ガリ ) είναι τουρσί από πιπερόριζα.
Στην Κορέα χρησιμοποιείται η πιπερόριζα στο παραδοσιακό φαγητό «κίμτσι».

Αραβική κουζίνα

Οι Άραβες αποκαλούν την πιπερόριζα «ζανχαμπίλ» και σε κάποιες περιοχές της Μέσης Ανατολής χρησιμοποιείται ως μπαχαρικό στο τσάι και στο γάλα.
Στην Αραβική κουζίνα χρησιμοποιείται συχνά σε μίγματα μπαχαρικών, όπως στα «χαουάιι» (αραβ. خاواييج, εβρ. חו׳יג׳, Υεμένη), «μπαχαράτ» (αραβ. بهارات, Αραβία − επίσης στο Ιράν και την Τουρκία) και «ρας ελ χανούτ» (راس الحانوت , Μαρόκο).
 
 
 
 
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Άρθρα

σχετικά άρθρα